Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα jorge bucay. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα jorge bucay. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 18 Νοεμβρίου 2011

Αναζητώντας το Βούδα - Μια διδακτική ιστορία


Ο Βούδας τριγυρνούσε στον κόσμο για να συναντήσει όσους αυτοαποκαλούνταν μαθητές του, και να τους μιλήσει για την αλήθεια.

Στο πέρασμα του, οι άνθρωποι που πίστευαν στο λόγο του έτρεχαν κατά εκατοντάδες να τον ακούσουν, να τον αγγίξουν ή να τον δουν, σίγουρα για μία και μοναδική φορά στη ζωή τους.
Τέσσερις μοναχοί που έμαθαν ότι ο Βούδας θα βρισκόταν στην πόλη Βαάλι, φόρτωσαν τα μουλάρια τους και ξεκίνησαν το ταξίδι που θα διαρκούσε, αν όλα πήγαιναν καλά, κάμποσες εβδομάδες.
Ο ένας δεν ήξερε καλά το δρόμο για το Βαάλι και ακολουθούσε τους άλλους.
Ύστερα από τρεις μέρες πορεία τούς έπιασε μεγάλη καταιγίδα. Οι μοναχοί έτρεξαν ν' αναζητήσουν καταφύγιο σ' ένα χωριό, ώσπου να περάσει η καταιγίδα.
0 τελευταίος, όμως, δεν έφτασε στον οικισμό και αναγκάστηκε να καταφύγει στο σπίτι ενός βοσκού, στα περίχωρα. Ο βοσκός τού πρόσφερε ρούχα, στέγη και φαγητό για να περάσει τη νύχτα.
Το επόμενο πρωί, όταν ο μοναχός ετοιμαζόταν να φύγει, πήγε ν' αποχαιρετήσει το βοσκό. Όταν πλησίασε στο μαντρί είδε ότι με την καταιγίδα τα πρόβατα είχαν σκορπίσει κι ο βοσκός πάσχιζε να τα συγκεντρώσει.
Ο μοναχός σκέφτηκε ότι οι συνταξιδιώτες του θα έφευγαν την ώρα εκείνη από το χωριό και αν δεν έκανε γρήγορα θα απομακρύνονταν πολύ. Όμως, δεν μπορούσε να συνεχίσει το δρόμο του αφήνοντας το βοσκό στην τύχη του ύστερα από τη φιλοξενία που του είχε προσφέρει. Έτσι αποφάσισε να μείνει, ώσπου και οι δύο κατάφεραν να μαζέψουν πάλι το κοπάδι.
Έτσι πέρασαν τρεις μέρες. Μετά, πήρε πάλι το δρόμο όσο πιο γρήγορα μπορούσε μήπως προλάβει τους συντρόφους του.
Ακολουθώντας τα ίχνη τους, έφτασε σ' ένα αγρόκτημα για να προμηθευτεί νερό.
Μια γυναίκα τού έδειξε πού ήταν το πηγάδι και ζήτησε συγνώμη που δεν μπορούσε να τον βοηθήσει γιατί δούλευε στη σοδειά... Ενώ ο μοναχός πότιζε τα μουλάρια του και γέμιζε τα ασκιά του με νερό, η γυναίκα τού εξήγησε ότι, μετά το θάνατο του άντρα της, δυσκολεύονταν πολύ εκείνη και τα παιδιά της να μαζέψουν τη σοδειά προτού χαλάσει.
Ο άνθρωπος κατάλαβε ότι η γυναίκα δεν θα τελείωνε τη συγκομιδή εγκαίρως, ήξερε όμως ότι αν έμενε να τη βοηθήσει θα έχανε τα ίχνη και δε θα βρισκόταν στο Βαάλι όταν θα έφτανε στην πόλη ο Βούδας.
«Θα τον δω λίγες μέρες αργότερα» σκέφτηκε, αφού ήξερε ότι ο Βούδας θα έμενε μερικές βδομάδες στο Βαάλι.
Η συγκομιδή πήρε τρεις εβδομάδες, κι όταν τελείωσε η δουλειά, ο μοναχός συνέχισε την πορεία του.
Στο δρόμο έμαθε ότι ο Βούδας δεν βρισκόταν πια στο Βαάλι κι ότι είχε φύγει για ένα άλλο χωριό, βορειότερα.
Ο μοναχός άλλαξε πορεία και τράβηξε προς το άλλο χωριό.
Θα είχε φτάσει εγκαίρως, έστω και μόνο για να τον δει, αν στο δρόμο δεν αναγκαζόταν να σώσει ένα ζευγάρι γερόντια που τους είχε παρασύρει το ποτάμι και δίχως τη βοήθεια του θα είχαν πνιγεί σίγουρα. Όταν οι γέροι συνήλθαν, ξαναπήρε το δρόμο του ξέροντας ότι ο Βούδας θα συνέχιζε το ταξίδι...
Είκοσι χρόνια πέρασε ο μοναχός ακολουθώντας το Βούδα... Κάθε φορά που τον πλησίαζε, κάτι συνέβαινε και καθυστερούσε. Πάντοτε βρισκόταν κάποιος που είχε ανάγκη και, δίχως να το ξέρει, έκανε το μοναχό να χασομερήσει.
Τελικά, έμαθε ότι ο Βούδας είχε αποφασίσει να πάει να πεθάνει στην πόλη όπου γεννήθηκε.
«Αυτή τη φορά» είπε μέσα του, «είναι η τελευταία μου ευκαιρία. Αν δεν θέλω να πεθάνω χωρίς να έχω δει τον Βούδα, δεν μπορώ να αποσπαστώ από την πορεία. Τίποτα τώρα δεν είναι πιο σημαντικό από το να δω το Βούδα προτού πεθάνει. Ύστερα θα έχω χρόνο να βοηθήσω όλους τους άλλους.»
Και με το τελευταίο μουλάρι του και ελάχιστες προμήθειες, ξανατράβηξε το δρόμο του.
Μια μέρα προτού φτάσει στο χωριό έπεσε σχεδόν επάνω σ' ένα πληγωμένο ελάφι, στη μέση του δρόμου. Το φρόντισε, του έδωσε νερό και κάλυψε τις πληγές του με φρέσκο πηλό. Το ελάφι λαχάνιαζε προσπαθώντας ν' ανασάνει με δυσκολία, ο αέρας δεν του έφτανε.
«Κάποιος πρέπει να μείνει μαζί του» σκέφτηκε, «για να μπορέσω να συνεχίσω το δρόμο μου.» Μα δεν υπήρχε κανένας εκεί.
Με μεγάλη τρυφερότητα, έβαλε το ζώο κοντά σε κάτι βράχια για να συνεχίσει την πορεία του. Του άφησε νερό και φαγητό κοντά στο στόμα του και σηκώθηκε να φύγει.
Έκανε μονάχα δύο βήματα όταν κατάλαβε ότι δεν μπορούσε να παρουσιαστεί μπροστά στο Βούδα γνωρίζοντας, στο βάθος της καρδιάς του, ότι είχε αφήσει μόνο του ένα ανυπεράσπιστο ετοιμοθάνατο...
Έτσι, ξεφόρτωσε το μουλάρι κι έμεινε εκεί να φροντίσει το ζωάκι. Ξενύχτησε δίπλα του σαν να ήταν παιδί. Του έδινε νερό στο στόμα και του έβαζε κρύες κομπρέσες στο μέτωπο.
Τα ξημερώματα, το ελάφι είχε συνέλθει.
Ο μοναχός σηκώθηκε, κάθισε σ' ένα απόμερο σημείο κι έκλαψε... Τελικά, είχε χάσει και την τελευταία του ευκαιρία.
«Τώρα πια ποτέ δεν θα σε δω» είπε με δυνατή φωνή.
«Μη συνεχίζεις να με ψάχνεις» του είπε μια φωνή πίσω του. «Ήδη με βρήκες.»
Ο μοναχός γύρισε πίσω και είδε το ελάφι να κυκλώνεται από φως και να παίρνει τη στρογγυλεμένη μορφή του Βούδα.

«Θα με έχανες αν με άφηνες να πεθάνω απόψε τη νύχτα, για να έρθεις να με βρεις στο χωριό μου... Κι όσο για το θάνατο μου, μην ανησυχείς. Ο Βούδας δεν μπορεί να πεθάνει όσο υπάρχουν άνθρωποι σαν κι εσένα, που είναι ικανοί να με ακολουθούν για χρόνια, θυσιάζοντας τις επιθυμίες τους για τις ανάγκες των άλλων. Αυτό είναι ο Βούδας. Ο Βούδας είναι μέσα σου.»

Απόσπασμα από το βιβλίο του Jorge Bucay με τίτλο «Να σου πω μια ιστορία»



ΣΟΥ ΑΡΕΣΕ;

KANE LIKE ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΣΤΟ street2310.blogspot.com

Διαβάστε περισσότερα>>

Κυριακή 13 Νοεμβρίου 2011

Διαγωνισμός Τραγουδιού - Μια διδακτική ιστορία


ΣΥΛΛΟΓΙΖΟΜΟΥΝ ΟΡΙΣΜΕΝΑ ΛΟΓΙΑ από την προηγούμενη συζήτηση.
Βγήκα από το ιατρείο του και στ' αφτιά μου αντηχούσαν: μιζέρια, μικροπρέπεια, εγωισμός, λάθος δρόμος... Το μυαλό μου ήταν ένα μπερδεμένο κουβάρι.
Επέστρεψα στο ραντεβού με τον Χόρχε με «σαφή πρόθεση», όπως έλεγε εκείνος, να συνεχίσω την κουβέντα μας για το θέμα αυτό.

«Χόρχε» του είπα, «εσύ πάντα υποστήριζες ότι ο εγωισμός ήταν μια ξεκάθαρη έκφραση αυτοπεποίθησης, μιας εκτίμησης για τον εαυτό μας — με την καλή έννοια... Όμως, την τελευταία φορά μου μίλησες για μιζέρια κι εγώ, που απόκτησα τη χαζή συνήθεια σου να ψάχνω στο λεξικό τη σημασία των λέξεων, έψαξα τη λέξη "μίζερος"». «Και τι βρήκες;»
«Έλεγε: "Τσιγκούνης, φιλάργυρος, άθλιος, δύστροπος". Και πώς να σ' το πω; Εμένα, όλα τα ίδια μου φαίνονται.»
«Για να δούμε» είπε ο Χοντρός, και άνοιξε το Λεξικό της Ακαδημίας. «Έχει και άλλες έννοιες, όπως: "λιγοστός, μικροσκοπικός, ενδεής". Λέει ακόμα ότι η ισπανική λέξη "Mez-quino" προέρχεται από την αραβική "Miskin", που σημαίνει "φτωχός".
»Τώρα, ίσως μπορούμε να το ορίσουμε καλύτερα» συνέχισε. «Μίζερος μπορεί να είναι αυτός που στερείται —ή νομίζει ότι στερείται—, τα απαραίτητα. Είναι αυτός που χρειάζεταιαυτό που δεν έχει, για να πάψει να είναι μικροσκοπικός. Είναι αυτός που αρνείται να δώσει γιατί τα θέλει όλα δικά του. Είναι ο δύστυχος φουκαράς που δεν μπορεί να δει άλλες επιθυμίες πέρα από τις δικές του.»

Ο Χόρχε έμεινε σιωπηλός ανασκαλεύοντας τη μνήμη του, κι εγώ βολεύτηκα καλύτερα για ν' ακούσω όσα θ' ακολουθούσαν.

Μια φορά έφτασε στη ζούγκλα μια κουκουβάγια που είχε ζήσει αιχμάλωτη και εξήγησε σε όλα τα ζώα τις συνήθειες των ανθρώπων.
Έλεγε, για παράδειγμα, ότι στις πόλεις οι άνθρωποι ταξινομούσαν τους καλλιτέχνες με βάση τη δεξιοτεχνία τους, με στόχο να ξεχωρίσουν τους καλύτερους σε κάθε τομέα — ζωγραφική, σχέδιο, γλυπτική, τραγούδι...
Η ιδέα να υιοθετήσουν τις ανθρώπινες συνήθειες κέρδισε τα ζώα και ίσως γι' αυτό οργάνωσαν αμέσως ένα διαγωνισμό τραγουδιού. Δήλωσαν αμέσως συμμετοχή όλοι οι παρόντες, από το καναρίνι ώς το ρινόκερο.
Με την καθοδήγηση της κουκουβάγιας που είχε εκπαιδευτεί στην πόλη, αποφάσισαν ότι ο διαγωνισμός θα γινόταν με γενική μυστική ψηφοφορία όλων των διαγωνιζομένων. Δηλαδή, η κριτική επιτροπή θα ήταν οι ίδιοι οι διαγωνιζόμενοι.
Έτσι κι έγινε. Όλα τα ζώα, συμπεριλαμβανομένου και του ανθρώπου, ανέβηκαν στο βάθρο και τραγούδησαν κερδίζοντας ένα μικρό ή μεγάλο χειροκρότημα του κοινού. Μετά, έγραψαν την προτίμηση τους σ' ένα χαρτάκι και το έριξαν, διπλωμένο, σε μια μεγάλη κάλπη που τη φύλαγε η κουκουβάγια.
Όταν ήρθε η στιγμή της καταμέτρησης, η κουκουβάγια ανέβηκε στην πρόχειρη σκηνή και, με τη βοήθεια δύο ηλικιωμένων πιθήκων, άνοιξε την κάλπη για να βγει το αποτέλεσμα εκείνης της«αδιάβλητης εκλογικής διαδικασίας», της «γενικής και μυστικής ψηφοφορίας» που ήταν «υπόδειγμα δημοκρατίας», όπως είχε ακούσει να λένε οι πολιτικοί στις πόλεις.
Ένας από τους δύο γέροντες τράβηξε το πρώτο ψηφοδέλτιο και η κουκουβάγια, μπρος στη γενική συγκίνηση, φώναξε:
«Η πρώτη ψήφος, αδέρφια, είναι για τον φίλο μας το... γάιδαρο!»
Έπεσε σιωπή και ακολούθησαν μερικά διστακτικά χειροκροτήματα.
«Δεύτερη ψήφος: Ο γάιδαρος!» Γενική σαστιμάρα. «Τρίτη: Ο γάιδαρος!»
Οι παρόντες άρχισαν να κοιτάζουν ο ένας τον άλλον, έκπληκτοι στην αρχή, με βλέμμα επιτιμητικό ύστερα και τέλος, όταν συνέχισαν να βγαίνουν ψήφοι υπέρ του γαϊδάρου, όλο και πιο ντροπιασμένοι. Αισθάνονταν ένοχοι για την ψήφο τους.
Όλοι ήξεραν ότι δεν υπήρχε χειρότερη φωνή από το απαίσιο γκάρισμά του κι ωστόσο, η μία μετά την άλλη, οι ψήφοι τον εξέ-λεγαν καλύτερο τραγουδιστή.
Κι έτσι, τελικά, μόλις τελείωσε η καταμέτρηση, βγήκε η απόφαση ύστερα από «ελεύθερη απόφαση της αδέκαστης επιτροπής κριτών» ότι ο γάιδαρος με το παράτονο και ενοχλητικό γκάρισμα ήταν ο νικητής.
Και ανακηρύχτηκε ως «η καλύτερη φωνή της ζούγκλας και των περιχώρων.»
Η κουκουβάγια εξήγησε μετά τι είχε συμβεί. Κάθε διαγωνιζόμενος, θεωρώντας τον εαυτό του αδιαμφισβήτητο νικητή, είχε δώσει την ψήφο του στον χειρότερο του διαγωνισμού, που δεν θα αποτελούσε απειλή για τη νίκη του.
Η εκλογή ήταν σχεδόν ομόφωνη. Μόνο δύο ψήφοι δεν ήταν για το γάιδαρο. Η μία ήταν η δική του. Επειδή πίστευε ότι δεν είχε τίποτα να χάσει, ψήφισε με ειλικρίνεια τη γαλιάντρα. Η άλλη, ήταντου ανθρώπου ο οποίος, φυσικά, είχε ψηφίσει τον εαυτό του...
«Βλέπεις λοιπόν, Ντεμιάν. Αυτό σημαίνει μιζέρια στην κοινωνία μας. Όταν νιώθουμε τόσο σπουδαίοι και δεν αφήνουμε χώρο για τους άλλους, όταν πιστεύουμε ότι αξίζουμε πολλά και δεν μπορούμε να δούμε πέρα από τη μύτη μας, όταν φανταζόμαστε πως είμαστε υπέροχοι και δεν δεχόμαστε σε καμία περίπτωση να μείνει απραγματοποίητη η επιθυμία μας, τότε πολύ συχνά, η ματαιοδοξία, η μικροψυχία, η ηλιθιότητα και η ποταπότητα μας κάνουν μίζερους. Όχι εγωιστές, Ντεμιάν, αλλά μίζερους. Μί-ζε-ρους!


Απόσπασμα από το βιβλίο του Jorge Bucay με τίτλο «Να σου πω μια ιστορία»

Διαβάστε περισσότερα:

01 - Ο αλυσοδεμένος ελέφαντας – Μια διδακτική ιστορία
02 - Κοινός Παράγοντας - Jorge Bucay
03 - Το βυζί ή το γάλα - Jorge Bucay
04 - Tο Τούβλο Μπούμερανγκ - Jorge Bucay
05 - H Αληθινή Αξια του Δαχτυλιδιού - Jorge Bucay
06 - Ο Κυκλοθυμικός Βασιλιάς - Jorge Bucay
07- Τα Βατραχάκια στο Αφρόγαλο
08 - Ο Άνθρωπος που νόμιζε πως ήταν νεκρός
09 - Ο Θυρωρός του πορνείου
10 - Δυο Νούμερα Μικρότερα
11 - Ξυλουργείο "Το Εφτά"
12 - Κτητικότητα
13 - Διαγωνισμός τραγουδιού


ΣΟΥ ΑΡΕΣΕ;

KANE LIKE ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΣΤΟ street2310.blogspot.com

Διαβάστε περισσότερα>>

Κτητικότητα - Μια διδακτική ιστορία


ΔΕΝ ΞΕΡΩ ΓΙΑ ΠΟΙΟ ΛΟΓΟ, αλλά σε μια στιγμή της ζωής μου βρέθηκα σ' ένα δρόμο δύσκολο και αγωνιώδη.
Όλα άρχισαν με μια κρίση ζήλιας για την κοπέλα μου. Μια μέρα προτίμησε να βγει με τις συμμαθήτριες της από το σχολείο και να ακυρώσει το ραντεβού μας. Από εκείνη τη στιγμή, άρχισαν να περνούν από το νου μου ιδέες και συναισθήματα ήττας — βασανιστικά, όπως πάντα.
Είχα κουβεντιάσει στην ψυχοθεραπεία σχετικά με τη σημασία που έχει να ζούμε την απώλεια όπως είναι, όμως, εκείνη τη στιγμή ένιωθα αληθινή πίκρα.

«Δεν καταλαβαίνω γιατί πρέπει να μοιράζομαι την κοπέλα μου με τις φιλενάδες της, με τους φίλους μου και με τις κοπελιές τους. Το λέω έτσι επίτηδες, για να το ακούσω και να αντιληφθώ τι βλακεία λέω. Σου ζητώ βοήθεια. Όταν κάτι είναι δικό μου —όσο παλαιολιθικό κι αν ακούγεται αυτό, όπως λες κι εσύ—, νιώθω ότι μπορώ να το παραχωρώ ή όχι μόνο όταν εγώ θέλω, για όσο χρόνο θέλω. Γι' αυτό είναι δικό μου.»

Ο Χόρχε άφησε την τσαγιέρα κι άρχισε να διηγείται:

Βάδιζε αφηρημένα στο δρόμο όταν, άξαφνα, το είδε. Ήταν ένα θεόρατο και όμορφο βουνό από χρυσάφι.
Ο ήλιος το έλουζε και η επιφάνεια του έστελνε πολύχρωμες ανταύγειες που το έκαναν να μοιάζει με διαστημικό αντικείμενο βγαλμένο από ταινία του Στίβεν Σπίλμπεργκ.

Το κοίταξε για λίγο υπνωτισμένος.
«Άραγε, ανήκει σε κάποιον;» συλλογίστηκε.
Κοίταξε ολόγυρα αλλά δεν είδε κανέναν.
Τελικά, πλησίασε και το άγγιξε. Ήταν ζεστό.
Πέρασε τα δάχτυλα του στην επιφάνεια κι ένιωσε πως η απα-λότητά του στην αφή ήταν ανάλογη της λάμψης και της ομορφιάς του.
«Το θέλω δικό μου» σκέφτηκε.
Πολύ απαλά, το σήκωσε κι άρχισε να περπατάει μ' αυτό αγκαλιά έξω από την πόλη.
Μαγεμένος, μπήκε τελικά στο δάσος και κατευθύνθηκε προς ένα ξέφωτο.
Εκεί, κάτω από τον ήλιο του απογεύματος, τοποθέτησε το χρυσάφι με προσοχή στο χορτάρι κι έκατσε να το θαυμάσει.
«Είναι η πρώτη φορά που έχω κάτι πολύτιμο μόνο για εμένα. Κάτι δικό μου. Μόνο δικό μου!» — σκέφτηκαν και οι δύο ταυτοχρόνως.

«Όταν κατέχουμε κάτι και γινόμαστε εξαρτημένοι σκλάβοι του, τότε ποιος ανήκει σε ποιον, Ντεμιάν;»
Ποιος έχει ποιον;


Απόσπασμα από το βιβλίο του Jorge Bucay με τίτλο «Να σου πω μια ιστορία»

Διαβάστε περισσότερα:

01 - Ο αλυσοδεμένος ελέφαντας – Μια διδακτική ιστορία
02 - Κοινός Παράγοντας - Jorge Bucay
03 - Το βυζί ή το γάλα - Jorge Bucay
04 - Tο Τούβλο Μπούμερανγκ - Jorge Bucay
05 - H Αληθινή Αξια του Δαχτυλιδιού - Jorge Bucay
06 - Ο Κυκλοθυμικός Βασιλιάς - Jorge Bucay
07- Τα Βατραχάκια στο Αφρόγαλο
08 - Ο Άνθρωπος που νόμιζε πως ήταν νεκρός
09 - Ο Θυρωρός του πορνείου
10 - Δυο Νούμερα Μικρότερα
11 - Ξυλουργείο "Το Εφτά"
12 - Κτητικότητα
13 - Διαγωνισμός τραγουδιού



ΣΟΥ ΑΡΕΣΕ;

KANE LIKE ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΣΤΟ street2310.blogspot.com

Διαβάστε περισσότερα>>

Ξυλουργείο «Το Εφτα» - Μια διδακτική ιστορία


«ΔΕΝ ΦΤΑΝΕΙ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ αργόστροφοι, ορισμένοι άνθρωποι δεν θέλουν να δεχτούν βοήθεια» παραπονέθηκα. Ο Χοντρός βολεύτηκε καλύτερα και μου διηγήθηκε:

Ήταν ένα μικρό σπιτάκι, σχεδόν παράγκα, σ' ένα αγρόκτημα έξω από την πόλη. Μπροστά είχε ένα μικρό εργαστήριο με κάτι μηχανήματα και εργαλεία, πίσω δύο δωμάτια, μια κουζίνα κι ένα κακο-φτιαγμένο μπάνιο...
Ωστόσο, ο Χοακίν δεν είχε παράπονο. Τα τελευταία δύο χρόνια, το ξυλουργείο «Το Εφτά» είχε γίνει γνωστό στο χωριό κι έβγαζε αρκετά χρήματα για να μη σπαταλάει τις μικρές του οικονομίες.
Εκείνο το πρωί, όπως κάθε πρωί, ξύπνησε στις έξι και μισή για να δει τον ήλιο να βγαίνει. Όμως, δεν μπόρεσε να φτάσει ώς τη λίμνη. Στο δρόμο, διακόσια μέτρα από το σπίτι του, έπεσε πάνω στο σώμα ενός νεαρού, που ήταν χτυπημένος και πληγωμένος.
Αμέσως, γονάτισε και κόλλησε το αφτί του στο στήθος του νεαρού... Αδύναμα, εκεί στο βάθος, μια καρδιά πάλευε να κρατήσει στη ζωή ό,τι απέμενε από εκείνο το πεταμένο κορμί που βρομούσε από το αίμα, τη λέρα και το αλκοόλ.
Ο Χοακίν πήγε να φέρει το κάρο του και φόρτωσε επάνω το νεαρό. Όταν έφτασε στο σπίτι τον έβαλε στο κρεβάτι, έκοψε τα φθαρμένα ρούχα και τον έπλυνε επιμελώς με νερό, σαπούνι και οινόπνευμα.
Ο νεαρός, εκτός από μεθυσμένος, ήταν και βάρβαρα δαρμένος. Είχε πληγές στα χέρια και την πλάτη και το δεξί του πόδι ήταν σπασμένο.

Τις επόμενες ημέρες, όλη η ζωή του Χοακίν επικεντρώθηκε στη φροντίδα της υγείας του απρόσκλητου φιλοξενούμενου. Έδεσε τις πληγές του, έβαλε νάρθηκα στο πόδι του κι άρχισε να τον ταΐζει με μικρές κουταλιές κοτόσουπας.
Όταν ο νεαρός συνήλθε, ο Χοακίν βρισκόταν δίπλα του και τον κοίταζε τρυφερά με αγωνία.
«Πώς είσαι;» ρώτησε ο Χοακίν.
«Καλά... νομίζω» απάντησε ο νεαρός ενώ περιεργαζόταν το καθαρό και γιατρεμένο σώμα του. «Ποιος με γιάτρεψε;» «Εγώ.» «Γιατί;»
«Γιατί ήσουν πληγωμένος.» «Αυτό μόνο;»
«Όχι. Χρειάζομαι κι ένα βοηθό στο ξυλουργείο.» Και γέλασαν και οι δύο με κέφι...
Με καλό φαγητό, ύπνο και αποχή από το αλκοόλ ο Μανουέλ, —όπως λεγόταν ο νεαρός—, βρήκε γρήγορα τις δυνάμεις του.
Ο Χοακίν προσπαθούσε να του μάθει την τέχνη κι ο Μανουέλ προσπαθούσε να αποφύγει τη δουλειά όσο μπορούσε. Καθημερινά, ο Χοακίν πάσχιζε να βάλει μέσα σ' εκείνο το κεφάλι που ήταν σακατεμένο από την έκφυλη ζωή, τις αξίες της σωστής δουλειάς, του καλού ονόματος και της έντιμης ζωής. Ο Μανουέλ έδειχνε πως τα κατανοούσε όλα αυτά, αλλά ύστερα από δύο ώρες ή δυο μέρες, έπεφτε πάλι για ύπνο και παρατούσε τη δουλειά που του είχε αναθέσει ο Χοακίν.
Πέρασαν μήνες και ο Μανουέλ είχε συνέλθει εντελώς. Ο Χοακίν του έδωσε το καλύτερο δωμάτιο, τον έκανε συνεταίρο στη δουλειά και του παραχώρησε την πρώτη θέση στο μπάνιο, με αντάλλαγμα ο νεαρός να αφοσιωθεί στη δουλειά.
Μια νύχτα, ενώ ο Χοακίν κοιμόταν, ο Μανουέλ αποφάσισε ότι έξι μήνες αποχής από το πιοτό ήταν αρκετοί και σκέφτηκε ότι ένα ποτηράκι στο χωριό δεν θα του έκανε κακό. Για να μην ξυπνήσει το Χοακίν, έκλεισε την πόρτα της κάμαρας του από μέσα και βγήκε από το παράθυρο. Άφησε κι ένα κερί αναμμένο για να δίνει την εντύπωση ότι ήταν μέσα.
Ύστερα από το πρώτο ποτηράκι ήρθε το δεύτερο, μετά το τρίτο, το τέταρτο κι άλλα πολλά...
Τραγουδούσε μεθυσμένος με την παρέα του όταν πέρασαν μπροστά από την πόρτα της ταβέρνας οι πυροσβέστες με τη σειρήνα να ουρλιάζει. Ο Μανουέλ δεν υποψιάστηκε τίποτα, ώσπου το πρωί, όταν έφτασε τρεκλίζοντας στο σπίτι, είδε το πλήθος συγκεντρωμένο στο δρόμο...
Μόνο ένας τοίχος, οι μηχανές και κάποια εργαλεία είχαν σωθεί από την πυρκαγιά. Όλα τα υπόλοιπα είχαν γίνει κάρβουνο. Από τον Χοακίν βρήκαν μόνο τέσσερα-πέντε τσουρουφλισμένα κοκαλάκια που τα έθαψαν στο νεκροταφείο. Πάνω στον τάφο του, ο Μανουέλ παράγγειλε να γράψουν το ακόλουθο επίγραμμα:

«Θα το κάνω, Χοακίν, θα το κάνω!»

Με πολλή δουλειά ο Μανουέλ έστησε ξανά το ξυλουργείο. Ήταν τεμπέλης αλλά έπιαναν τα χέρια του, κι αυτά που είχε μάθει από τον Χοακίν τον βοήθησαν να πάει μπροστά.
Πάντα είχε την αίσθηση ότι, από κάπου, ο Χοακίν τον κοίταζε και τον ενθάρρυνε. Ο Μανουέλ τον θυμόταν κάθε φορά που κατάφερνε κάτι. Τον θυμήθηκε στο γάμο του, στη γέννηση του πρώτου του παιδιού, όταν αγόρασε το πρώτο του αμάξι...
Πεντακόσια χιλιόμετρα πιο μακριά, ο Χοακίν, ολοζώντανος και κεφάτος, αναρωτιόταν αν ήταν σωστό να πει ψέματα, να διαπράξει απάτη και να βάλει φωτιά σ' εκείνο το τόσο ωραίο σπιτάκι, μόνο και μόνο για να σώσει ένα νεαρό.
Απάντησε καταφατικά και γέλασε με την αστυνομία του χωριού που είχε περάσει για ανθρώπινα τα κόκαλα του γουρουνιού...



Το νέο του ξυλουργείο ήταν λίγο μικρότερο από το προηγούμενο, όμως, ήταν ήδη γνωστό στο χωριό. Το έλεγαν «Το Οχτώ».

«Μερικές φορές, Ντεμιάν, γίνεται η ζωή σου δύσκολη προσπαθώντας να βοηθήσεις ένα αγαπημένο πρόσωπο. Ωστόσο, αν υπάρχει μια δυσκολία που αξίζει τον κόπο ν' αντιμετωπίσεις, αυτή είναι για να βοηθήσεις κάποιον. Δεν πρόκειται για «ηθικό καθήκον» και τα τοιαύτα. Είναι μια επιλογή στη ζωή μας που μπορείς να την κάνεις οποιαδήποτε στιγμή και προς οποιαδήποτε κατεύθυνση επιθυμείς.
Η προσωπική μου εμπειρία και παρατήρηση με κάνει να πιστεύω ότι ο ελεύθερος άνθρωπος που γνωρίζει τον εαυτό του είναι γενναιόδωρος, αλληλέγγυος, ευγενικός και ικανοποιείται εξίσου όταν δίνει όπως και όταν παίρνει. Γι' αυτό, κάθε φορά που συναντάς ανθρώπους που κοιτάζουν μόνο την πάρτη τους, μην τους μισείς. Αρκετά προβλήματα έχουν με τον εαυτό τους. Και όταν διαπιστώνεις ότι η συμπεριφορά σου είναι ποταπή, μικροπρεπής ή χυδαία, βρες ευκαιρία να αναρωτηθείς τι σου συμβαίνει. Σε διαβεβαιώνω ότι κάπου θα δεις πως έχεις πάρει λάθος δρόμο.
Μια φορά έγραψα:

Ένας νευρωτικός δεν χρειάζεται 
ένα ψυχοθεραπευτή να τον κουράρει
ούτε έναν πατέρα να τον φροντίζει.
Το μόνο που χρειάζεται είναι ένα δάσκαλο να του δείξει
σε ποιο σημείο του δρόμου χάθηκε.

Απόσπασμα από το βιβλίο του Jorge Bucay με τίτλο «Να σου πω μια ιστορία»

Διαβάστε περισσότερα:

01 - Ο αλυσοδεμένος ελέφαντας – Μια διδακτική ιστορία
02 - Κοινός Παράγοντας - Jorge Bucay
03 - Το βυζί ή το γάλα - Jorge Bucay
04 - Tο Τούβλο Μπούμερανγκ - Jorge Bucay
05 - H Αληθινή Αξια του Δαχτυλιδιού - Jorge Bucay
06 - Ο Κυκλοθυμικός Βασιλιάς - Jorge Bucay
07- Τα Βατραχάκια στο Αφρόγαλο
08 - Ο Άνθρωπος που νόμιζε πως ήταν νεκρός
09 - Ο Θυρωρός του πορνείου
10 - Δυο Νούμερα Μικρότερα
11 - Ξυλουργείο "Το Εφτά"
12 - Κτητικότητα
13 - Διαγωνισμός τραγουδιού





ΣΟΥ ΑΡΕΣΕ;

KANE LIKE ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΣΤΟ street2310.blogspot.com

Διαβάστε περισσότερα>>

Τρίτη 8 Νοεμβρίου 2011

10 - Δυο Νούμερα Μικρότερα - Jorge Bucay

ΕΚΕΙΝΟ ΤΟ ΑΠΟΓΕΥΜΑ είχα έτοιμο το θέμα. Ήθελα να συνεχίσουμε τη συζήτηση σχετικά με τον καταναγκασμό.
Όταν το κουβεντιάζαμε στο ιατρείο, μου είχε φανεί αρκετά λογικό. Όμως, την ώρα της εφαρμογής στη πράξη, μου ήταν αδύνατον να φανώ συνεπής με αυτό που θεωρητικά ακουγόταν πολύ σωστό.

«Έχω την αίσθηση ότι, τελικά, στη ζωή μου δεν μπορώ αν δεν ζορίζομαι κάπου κάπου. Εξάλλου, μου φαίνεται αδύνατον να το καταφέρει αυτό κάποιος.»
«Εν μέρει, έχεις δίκιο» μου είπε ο Χοντρός. «Κι εγώ πέρασα ένα μεγάλο μέρος από τα τελευταία είκοσι χρόνια της ζωής μου προσπαθώντας να μείνω πιστός στην ιδεολογία μου, και δεν τα κατάφερα πάντα. Νομίζω ότι σε όλους το ίδιο συμβαίνει. Η ιδέα να μην καταπιέζεσαι είναι πρόκληση, μέθοδος, εκπαίδευση. Και σαν τέτοια, θέλει προπόνηση.
«Στην αρχή, κι εμένα μου φαινόταν αδύνατον» συνέχισε. «Τι θα έλεγαν οι άλλοι για μένα αν δεν πήγαινα σ' εκείνη τη συνάντηση; Αν δεν τους άκουγα με προσοχή παρόλο που δεν μ' ενδιέφεραν καθόλου τα όσα έλεγαν; Κι αν δεν έδειχνα την ευγνωμοσύνη μου σ' εκείνον τον άνθρωπο τον οποίο θεωρούσα απαίσιο; Αν απαντούσα εύκολα "όχι" για κάτι που αληθινά δεν ήθελα να κάνω; Αν απολάμβανα την πολυτέλεια να δουλεύω τέσσερις μέρες την εβδομάδα κι ας έβγαζα λιγότερα χρήματα; Αν τριγυρνούσα αξύριστος; Αν αρνιόμουν να κόψω το τσιγάρο ώσπου να μου έρθει φυσιολογικά; Αν...;

»Κάποτε έγραψα ότι αυτή η ιδέα της ανάγκης για καταναγκασμό είναι ένα κοινωνικό δημιούργημα που προέκυψε από μια συγκεκριμένη ιδεολογία, από ένα σύστημα που, πράγματι, είναι αρκετά αυστηρό με την εικόνα του κοινωνικού ανθρώπου. Είναι φανερό ότι εάν ο άνθρωπος είναι τεμπέλης, κακοήθης, εγωιστής και αμελής πρέπει να ζοριστεί για να "βελτιωθεί". Όμως, είναι στ' αλήθεια έτσι ο άνθρωπος;»

Ακουγα τον Χόρχε γοητευμένος, όχι τόσο γι' αυτά που έλεγε, αλλά για όσα είχα εγώ στο μυαλό μου για το πώς έπρεπε να είναι η ξένοιαστη ζωή, χωρίς συγκρούσεις με τον εαυτό σου. Έβλεπα τον εαυτό μου ήρεμο και δίχως βιασύνες, χωρίς να αναρωτιέμαι συνέχεια: «Μα τι κάνω εγώ εδώ;» Όμως, από πού να αρχίσω;

«Πρώτα πρώτα» —συνέχισε ο Χόρχε λες και μάντευε τη σκέψη μου—, «είναι ανάγκη να απενεργοποιήσεις την παγίδα που μας έστησαν όταν ήμασταν μικρά παιδιά. Η παγίδα είναι μια ιδέα τόσο βαθιά ριζωμένη μέσα μας, που αποτελεί μέρος της κουλτούρας μας, άμεσα και έμμεσα:

«αξίζει μόνο ό,τι επιτυγχάνεται με κόπο»

Όπως θα έλεγαν και οι Αμερικανοί, αυτά είναι bull-shit (ταυ-ρίσια κοπριά). Ο καθένας αντιλαμβάνεται από την εμπειρία του ότι, στην πραγματικότητα, αυτό δεν είναι σωστό, αλλά όλοι μας χτίζουμε τη ζωή μας σαν να ήταν μια αδιαμφισβήτητη αλήθεια. Πριν από μερικά χρόνια περιέγραψα ένα κλινικό σύνδρομο το οποίο, μολονότι δεν περιλαμβάνεται σε ιατρικά και ψυχολογικά συγγράμματα, όλοι το έχουμε ή το είχαμε κάποτε. Αποφάσισα να το ονομάσω: «Σύνδρομο των στενών παπουτσιών» και θα σου εξηγήσω γιατί:
Ένας άντρας μπαίνει σ' ένα κατάστημα υποδημάτων, κι ένας ευγενικός υπάλληλος τον πλησιάζει: «Τι θα θέλατε, παρακαλώ;»
«Θα ήθελα ένα ζευγάρι μαύρα παπούτσια σαν εκείνα στη βιτρίνα.»
«Βεβαίως. Τι νούμερο φοράτε; Για να δω... Σαράντα ένα;»
«Όχι. Θέλω τριάντα εννιά, παρακαλώ.»
«Συγνώμη, κύριε. Πάνε είκοσι χρόνια που κάνω αυτή τη δουλειά. Το νούμερο σας μάλλον είναι σαράντα ένα ή σαράντα. Αποκλείεται να είναι τριάντα εννιά.»
«Το τριάντα εννιά, παρακαλώ.»
«Συγνώμη πάλι, αλλά επιτρέψτε μου να σας μετρήσω το πόδι.»
«Μετρήστε όσο θέλετε, όμως, εγώ θέλω ένα ζευγάρι παπούτσια νούμερο τριάντα εννιά.»
Ο πωλητής βγάζει ένα περίεργο εργαλείο για τη μέτρηση του ποδιού και με ικανοποίηση δηλώνει:
«Βλέπετε; Όπως σας το έλεγα: σαράντα ένα!»
«Δεν μου λέτε, εσείς θα πληρώσετε τα παπούτσια ή εγώ;»
«Εσείς.»
«Λοιπόν, τότε μπορείτε να μου φέρετε το τριάντα εννιά νούμερο, σας παρακαλώ;»
Ο πωλητής, έκπληκτος αλλά συμβιβασμένος, πάει να φέρει το νούμερο τριάντα εννιά. Στο δρόμο καταλαβαίνει τι έχει συμβεί. Τα παπούτσια μάλλον δεν είναι για τον ίδιον, θα θέλει να τα κάνει δώρο.
«Ορίστε, κύριε, μαύρο χρώμα, τριάντα εννιά νούμερο.»
«Μου δίνεται το κόκαλο;»
«Μα, θα τα φορέσετε;»
«Φυσικά.»
«Είναι για εσάς;»
«Ναι, για μένα είναι. Μου δίνετε το κόκαλο;»
Το κόκαλο είναι απαραίτητο για να καταφέρει να χώσει το πόδι του μέσα σ' εκείνο το παπούτσι. Ύστερα από πολλή προσπάθεια και γελοίες στάσεις, ο πελάτης καταφέρνει να χώσει τα πόδια του στα παπούτσια.
Με μορφασμούς πόνου κάνει μερικά βήματα πάνω στο χαλί, με αυξανόμενη δυσκολία.
«Ωραία. Θα τα πάρω.»
Ο πωλητής, και μόνο που σκέφτεται τα δάχτυλα του πελάτη στριμωγμένα μέσα στο τριάντα εννιά νούμερο, νιώθει να πονάνε τα δικά του πόδια.
«Να σας τα τυλίξω;»
«Όχι, ευχαριστώ. Θα τα φορέσω.»
Ο πελάτης βγαίνει από το κατάστημα και περπατάει, όπως όπως, τα τρία οικοδομικά τετράγωνα ώς τη δουλειά του. Είναι ταμίας σε μια τράπεζα.
Στις τέσσερις το απόγευμα, ύστερα από έξι ώρες και βάλε όρθιος μέσα σ' εκείνα τα παπούτσια, το πρόσωπο του είναι παραμορφωμένο, τα μάτια του κατακόκκινα και τα δάκρυα τρέχουν ποτάμι από τα μάτια του.
Ο συνάδελφος του στο διπλανό ταμείο τον παρακολουθεί όλο το απόγευμα και ανησυχεί.
«Μα τι έχεις; Δεν αισθάνεσαι καλά;»
«Μην ανησυχείς, είναι τα παπούτσια.»
«Τι συμβαίνει με τα παπούτσια;»
«Με σφίγγουν.»
«Γιατί; Βράχηκαν;»
«Όχι, είναι δύο νούμερα μικρότερα απ' αυτά που φοράω.» «Ποιανού είναι;» «Δικά μου.»
«Δεν σε καταλαβαίνω. Δεν σε πονάνε τα πόδια;» «Μ' έχουν πεθάνει στον πόνο.»
«Τότε;»
«Θα σου εξηγήσω» λέει, ξεροκαταπίνοντας. «Εγώ στη ζωή μου δεν έχω μεγάλες απολαύσεις. Στην πραγματικότητα, τον τελευταίο καιρό, οι ευχάριστες στιγμές μου είναι ελάχιστες.»
«Και λοιπόν;»
«Μ' αυτά τα παπούτσια υποφέρω. Πονάω φρικτά, είναι αλήθεια... Όμως, σε λίγες ώρες, όταν θα φτάσω σπίτι μου και θα τα βγάλω... Φαντάζεσαι τι ηδονή θα νιώσω; Απόλαυση, αδερφέ μου, απόλαυση!»
«Μοιάζει τρέλα, έτσι; Και πράγματι, είναι τρέλα, Ντεμιάν.
»Σε γενικές γραμμές, αυτή είναι αγωγή που παίρνουμε στην εκπαίδευση μας. Νομίζω, βέβαια, ότι και η δική μου άποψη είναι ακραία. Ωστόσο, αξίζει τον κόπο να τη δοκιμάσεις σαν να ήταν κοστούμι — για να δεις αν σου πάει.
«Πιστεύω ότι δεν υπάρχει τίποτα αληθινά πολύτιμο που. να μπορεί ν' αποκτηθεί με το στανιό.
Έμεινε στο μυαλό μου η τελευταία του φράση, χυδαία και αιχμηρή:
«Το ζόρι κράτα το για... τη δυσκοιλιότητα.»

Απόσπασμα από το βιβλίο του Jorge Bucay με τίτλο «Να σου πω μια ιστορία»

Διαβάστε περισσότερα:

01 - Ο αλυσοδεμένος ελέφαντας – Μια διδακτική ιστορία
02 - Κοινός Παράγοντας - Jorge Bucay
04 - Tο Τούβλο Μπούμερανγκ - Jorge Bucay 
05 - H Αληθινή Αξια του Δαχτυλιδιού - Jorge Bucay 

ΣΟΥ ΑΡΕΣΕ;

KANE LIKE ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΣΤΟ street2310.blogspot.com

Διαβάστε περισσότερα>>

09 - Ο Θυρωρός του Πορνείου - Μια διδακτική ιστορία

ΗΜΟΥΝ ΣΤΗ ΜΕΣΗ των σπουδών μου και, όπως πολλοί άλλοι φοιτητές, άρχιζα να αμφιβάλλω για την απόφαση μου να σπουδάσω. Μίλησα γι' αυτό με τον ψυχοθεραπευτή μου. Καταλάβαινα ότι πίεζα τον εαυτό μου και ζοριζόμουν για να συνεχίσω τις σπουδές.
«Αυτό είναι το πρόβλημα» είπε ο Χοντρός. «Όσο συνεχίζεις να πιστεύεις ότι "πρέπει" να σπουδάσεις και να πάρεις πτυχίο, δεν υπάρχει περίπτωση να το απολαύσεις. Κι όσο δεν απαιτείς λίγη ικανοποίηση, ορισμένες πλευρές της προσωπικότητας σου παίζουν άσχημα παιχνίδια».
ο Χόρχε επαναλάμβανε μέχρι αηδίας ότι δεν πίστευε στον καταναγκασμό. Έλεγε ότι τίποτα χρήσιμο δεν κατορθώνεται με το ζόρι. Ωστόσο, σ' αυτήν την περίπτωση, νομίζω ότι έκανε λάθος. Ή ίσως να ήμουν η εξαίρεση που επιβεβαίωνε τον κανόνα.
«Μα, Χόρχε, δεν μπορώ να διακόψω τις σπουδές μου» είπα. «Δεν νομίζω ότι στον κόσμο που μου έλαχε να ζω θα καταφέρω να κάνω κάτι αν δεν έχω ένα πτυχίο. Κατά κάποιον τρόπο, το πτυχίο είναι μια εξασφάλιση.»
«Μπορεί» είπε ο Χοντρός. «Ξέρεις τι είναι το Ταλμούδ;»
«Ναι.»
«Υπάρχει ένα διήγημα στο Ταλμούδ που μιλάει για έναν κοινό άνθρωπο. Ήταν»ο θυρωρός ενός πορνείου.»
Δεν υπήρχε σ' εκείνο το χωριό πιο κακόφημη και πιο κακοπληρωμένη δουλειά από αυτή του θυρωρού στο πορνείο... όμως τι άλλο να έκανε εκείνος ο άνθρωπος;
Πράγματι, ποτέ δεν έμαθε να γράφει και να διαβάζει, ούτε ήξερε άλλη δουλειά ή κάποια τέχνη. Στην πραγματικότητα, ήταν σ' εκείνο το πόστο γιατί ο πατέρας του ήταν θυρωρός του πορνείου πριν από αυτόν, και πιο πριν, ο πατέρας του πατέρα του.
Πα δεκαετίες, το πορνείο περνούσε από γονείς σε παιδιά, και το ίδιο γινόταν και με το θυρωρείο.
Μια μέρα πέθανε ο γέρος ιδιοκτήτης κι ένας νέος με ανησυχίες, δημιουργικός και με επιχειρηματικό πνεύμα, ανέλαβε το πορνείο. Ο νεαρός αποφάσισε να εκσυγχρονίσει την επιχείρηση.
Ανακαίνισε τα δωμάτια και μετά κάλεσε το προσωπικό για του δώσει νέες οδηγίες.
Στον θυρωρό είπε:
«Από σήμερα και στο εξής, εκτός από τη φύλαξη της πόρτας θα μου δίνεις και εβδομαδιαία αναφορά. Θα καταγράφεις τον αριθμό των ζευγαριών που μπαίνουν καθημερινά. Σε κάθε πέντε, θα ρωτάς πώς εξυπηρετήθηκαν και τι θα ήθελαν να διορθωθεί στην επιχείρηση. Και μία φορά την εβδομάδα θα μου δίνεις αναφορά με σχόλια που εσύ κρίνεις σκόπιμα.»
Ο άνθρωπος άρχισε να τρέμει. Ποτέ δεν του έλειψε η όρεξη για δουλειά, όμως...
«Θα χαιρόμουν πολύ να ικανοποιήσω την επιθυμία σας, κύριε» ψέλλισε, «όμως, εγώ... δεν ξέρω να γράφω και να διαβάζω.»
«Α, Πόσο λυπάμαι! Όπως καταλαβαίνεις, δεν μπορώ να πληρώνω άλλο άτομο να κάνει αυτή τη δουλειά, ούτε μπορώ να περιμένω πότε θα μάθεις να γράφεις. Γι' αυτό...»
«Μα, κύριε, δεν μπορείτε να με απολύσετε. Δουλεύω εδώ όλη μου τη ζωή, όπως κι ο πατέρας μου κι ο παππούς μου...»
Δεν τον άφησε να τελειώσει.
«Κοίταξε, το καταλαβαίνω. Όμως δεν μπορώ να κάνω τίποτα. Φυσικά, θα αποζημιωθείς μ' ένα ποσό για να αντεπεξέλθεις ώσπου να βρεις άλλη δουλειά. Λυπάμαι. Σου εύχομαι καλή τύχη.»
Και χωρίς άλλη συζήτηση του γύρισε την πλάτη κι έφυγε.
Ο άνθρωπος ένιωσε να γκρεμίζεται ο κόσμος. Ποτέ δεν είχε σκεφτεί ότι θα μπορούσε να βρεθεί σ' αυτή τη θέση. Πήγε στο σπίτι του, άνεργος για πρώτη φορά στη ζωή του. Τι να έκανε;
Θυμήθηκε ότι, μερικές φορές στο πορνείο, όταν έσπαζε ένα κρεβάτι ή χαλούσε ένα ντουλάπι τα κατάφερνε κι έκανε μια πρόχειρη επιδιόρθωση μ' ένα σφυρί και λίγα καρφιά. Σκέφτηκε ότι αυτή θα μπορούσε να είναι μια προσωρινή δουλειά ώσπου να βρεθεί κάτι πιο σταθερό.
Αναζήτησε σ' όλο το σπίτι τα εργαλεία που χρειαζόταν αλλά το μόνο που βρήκε ήταν κάτι σκουριασμένα καρφιά και μια φαφούτα τανάλια. Έπρεπε ν' αγοράσει μια πλήρη συλλογή εργαλείων και γι' αυτό θα χρησιμοποιούσε ένα μέρος της αποζημίωσης που είχε πάρει.
Στη γωνία του δρόμου αντιλήφθηκε ότι στο χωριό του δεν υπήρχε σιδηροπωλείο και θα έπρεπε να ταξιδέψει δύο μέρες με το μουλάρι για να πάει στο πιο κοντινό χωριό και ν' αγοράσει τα εργαλεία. «Και τι πειράζει;» σκέφτηκε. Και ξεκίνησε.
Στην επιστροφή, κουβαλούσε ένα ωραίο και πλήρες κουτί με εργαλεία. Δεν είχε προλάβει να βγάλει τις μπότες του όταν του χτύπησαν την πόρτα. Ήταν ο γείτονας του.
«Ήθελα να σε ρωτήσω μήπως έχεις να μου δανείσεις ένα σφυρί;»
«Ναι, έχω, μόλις το αγόρασα. Μα το χρειάζομαι για να δουλέψω... Ξέρεις, έμεινα χωρίς δουλειά και...»
«Εντάξει, θα στο επιστρέψω αύριο νωρίς το πρωί.» «Εντάξει.»
Το επόμενο πρωί, όπως είχε υποσχεθεί, ο γείτονας χτύπησε την πόρτα.
«Κοίταξε, χρειάζομαι ακόμα το σφυρί. Μου το πουλάς;»
«Όχι, γιατί το χρειάζομαι για να δουλέψω. Εξάλλου, το σιδη-ροπωλείο απέχει δυο μέρες με το μουλάρι.»
«Ας κάνουμε μια συμφωνία» του είπε ο γείτονας. «Εγώ θα σου πληρώσω τις δυο μέρες πήγαιν'-έλα, συν το κόστος του σφυριού. Στο κάτω-κάτω, ακόμα άνεργος είσαι. Τι λες;»
Πράγματι, αυτό του έδινε δουλειά για τέσσερις μέρες...
Δέχτηκε.
Στην επιστροφή του, άλλος γείτονας τον περίμενε στην πόρτα του σπιτιού του.
«Γεια χαρά, γείτονα. Εσύ πούλησες ένα σφυρί στο γείτονα μας;»
«Ναι...»
«Χρειάζομαι κι εγώ κάποια εργαλεία. Σου πληρώνω τις τέσσερις μέρες ταξίδι κι ένα μικρό κέρδος για το καθένα. Ξέρεις, δεν είναι εύκολο να βρεις χρόνο να ταξιδέψεις για να κάνεις τις αγορές σου.»
Ο πρώην θυρωρός άνοιξε το κουτί με τα εργαλεία και ο γείτονας διάλεξε μια πένσα, ένα κατσαβίδι, ένα σφυρί κι ένα καλέμι. Τα πλήρωσε κι έφυγε.
«...Δεν είναι εύκολο να βρεις χρόνο για να κάνειςτις αγορές σου», θυμήθηκε.
Αν αυτό ήταν σωστό, πολύς κόσμος θα χρειαζόταν κάποιον άλλον να ταξιδεύει για να φέρνει εργαλεία.
Στο επόμενο ταξίδι αποφάσισε ότι θα ρισκάριζε λίγο κεφάλαιο από την αποζημίωση, αγοράζοντας περισσότερα εργαλεία απ' όσα είχε πουλήσει. Έτσι, θα εξοικονομούσε χρόνο σε ταξίδια.
Κυκλοφόρησαν τα νέα στη γειτονιά και πολλοί γείτονες αποφάσισαν να σταματήσουν να ταξιδεύουν για τις αγορές τους.
Μια φορά την εβδομάδα, ο πρώην θυρωρός και νυν έμπορος εργαλείων πήγαινε στο γειτονικό χωριό και αγόραζε ό,τι χρειάζονταν οι πελάτες του. Γρήγορα κατάλαβε ότι αν έβρισκε ένα μέρος
να αποθηκεύει τα εργαλεία, θα έκανε λιγότερα ταξίδια και θα είχε μεγαλύτερο κέρδος. Έτσι, νοίκιασε μια αποθήκη.
Μετά μεγάλωσε την είσοδο κι ύστερα από μερικές εβδομάδες πρόσθεσε μια βιτρίνα. Έτσι έγινε το πρώτο σιδηροπωλείο του χωριού.
Όλοι ήταν ικανοποιημένοι και αγόραζαν στο κατάστημα του. Δεν ήταν ανάγκη πια να ταξιδεύει, γιατί το σιδηροπωλείο του γειτονικού χωριού τού έστελνε τις παραγγελίες. Είχε γίνει καλός πελάτης.
Με τον καιρό, πολλοί αγοραστές από μικρότερα χωριά πιο απομακρυσμένα προτιμούσαν το σιδηροπωλείο του και γλίτωναν τις δύο μέρες ταξίδι.
Μια μέρα σκέφτηκε ότι ο φίλος του, ο τορναδόρος, μπορούσε να κατασκευάζει γι' αυτόν τα σφυριά. Και μετά... Γιατί όχι; Θα μπορούσε να φτιάχνει τανάλιες, πένσες και καλέμια. Ύστερα, ήρθαν τα καρφιά και οι βίδες...
Για να μην τραβήξει σε μάκρος η ιστορία, ας πούμε ότι μέσα σε δέκα χρόνια εκείνος ο άνθρωπος είχε γίνει εκατομμυριούχος κατασκευαστής εργαλείων, με σκληρή και τίμια εργασία. Και τελικά, έφτασε να γίνει ο μεγαλύτερος επιχειρηματίας της περιοχής.
Ήταν τόσο ισχυρός που μια μέρα, με αφορμή τη νέα σχολική χρονιά, αποφάσισε να δωρίσει στο χωριό του ένα σχολείο. Εκτός από ανάγνωση και γραφή, εκεί θα διδάσκονταν οι τέχνες και οι πιο σημαντικές γνώσεις της εποχής.
0 δήμαρχος και ο διοικητής οργάνωσαν μια μεγάλη γιορτή για τα εγκαίνια του σχολείου κι ένα σπουδαίο δείπνο προς τιμήν του ιδρυτή του.
Στο τέλος του δείπνου, ο δήμαρχος του παρέδωσε το κλειδί της πόλης. Ο διοικητής τον αγκάλιασε και του είπε:
«Με μεγάλη ευγνωμοσύνη και περηφάνια σας ζητάμε να μας κάνετε την τιμή να υπογράψετε την πρώτη σελίδα του βιβλίου των πεπραγμένων του νέου σχολείου.»
«Η τιμή είναι δική μου» είπε ο άντρας. Νομίζω ότι πολύ θα μου άρεσε να υπογράψω, όμως, δεν ξέρω να διαβάζω ούτε να γράφω. Είμαι αναλφάβητος.»
«Εσείς, αναλφάβητος;» είπε ο διοικητής που δεν μπορούσε να το πιστέψει. «Δεν ξέρετε να γράφετε και να διαβάζετε; Δημιουργήσατε μια εμπορική και βιομηχανική αυτοκρατορία χωρίς να ξέρετε να γράφετε και να διαβάζετε; Μένω έκπληκτος. Αναρωτιέμαι τι θα μπορούσατε να κάνετε αν ξέρατε γραφή κι ανάγνωση.»
«Μπορώ να σας απαντήσω» αποκρίθηκε ο άνθρωπος ψύχραιμα. «Αν ήξερα να διαβάζω και να γράφω... θα ήμουν θυρωρός σε πορνείο!»

Απόσπασμα από το βιβλίο του Jorge Bucay με τίτλο «Να σου πω μια ιστορία»

Διαβάστε περισσότερα:

01 - Ο αλυσοδεμένος ελέφαντας – Μια διδακτική ιστορία
02 - Κοινός Παράγοντας - Jorge Bucay
04 - Tο Τούβλο Μπούμερανγκ - Jorge Bucay 
05 - H Αληθινή Αξια του Δαχτυλιδιού - Jorge Bucay 

ΣΟΥ ΑΡΕΣΕ;

KANE LIKE ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΣΤΟ street2310.blogspot.com

Διαβάστε περισσότερα>>

08 - Ο Άνθρωπος που Νόμιζε πως Ηταν Νεκρός - Μια διδακτική ιστορία

Θυμάμαι οτι είχα μείνει συλλογισμένος και σκεφτόμουν το παραμύθι με τα δύο βατραχάκια.
«Είναι σαν εκείνο το ποίημα του Αλμαφουέρτε» σχολίασα. «Μη νιώθεις νικημένος ακόμα κι όταν έχεις νικηθεί.»
«Ίσως» είπε ο Χοντρός. «Όμως, σ' αυτήν την περίπτωση νομίζω ότι είναι σαν να λες: "Μη νιώθεις νικημένος προτού ακόμα νικηθείς"». Ή, αν προτιμάς: «Μη θεωρείς τον εαυτό σου χαμένο προτού έρθει η ώρα της τελικής κρίσης».
Διότι...
Και με την ευκαιρία, μου διηγήθηκε κι άλλο παραμύθι.
Ήταν μια φορά ένας άνθρωπος που φοβόταν πάρα πολύ τις ασθένειες και, προπαντός, έτρεμε τη μέρα που θα ερχόταν ο θάνατος.
Μια μέρα, μέσα σε τόσες παλαβές ιδέες, σκέφτηκε ότι μπορεί και να ήταν ήδη νεκρός. Τότε, ρώτησε τη γυναίκα του:
«Για πες μου γυναίκα. Μήπως είμαι πεθαμένος;»
Εκείνη γέλασε και του είπε να πιάσει τα χέρια και τα πόδια του.
«Βλέπεις; Είναι ζεστά! Άρα, είσαι ζωντανός. Αν ήσουν πεθαμένος, τα χέρια και τα πόδια σου θα ήταν παγωμένα.
Του φάνηκε πολύ λογική η απάντηση αυτή και ηρέμησε.
Λίγες βδομάδες αργότερα, μια μέρα που χιόνιζε, πήγε να κόψει ξύλα στο δάσος. Όταν έφτασε, έβγαλε τα γάντια του κι άρχισε να κόβει κορμούς με το τσεκούρι του.
Χωρίς να το σκεφτεί, αφηρημένα πέρασε το χέρι του από το μέτωπο και το αισθάνθηκε παγωμένο. Θυμήθηκε τι του είχε πει η γυναίκα του, έβγαλε τα παπούτσια και τις κάλτσες και διαπίστωσε με φρίκη ότι και τα πόδια του ήταν παγωμένα.
Τότε δεν του έμεινε πια καμία αμφιβολία. «Κατάλαβε» ότι ήταν νεκρός.
«Δεν είναι σωστό ένας πεθαμένος να γυρίζει στο δάσος και να κόβει ξύλα» είπε. Έτσι, παράτησε το τσεκούρι κοντά στο μουλάρι του και ξάπλωσε στο παγωμένο χώμα, με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος του και τα μάτια του κλειστά.
Λίγο μετά που πλάγιασε, ένα κοπάδι σκυλιά πλησίασε το δισάκι του όπου είχε τρόφιμα. Καθώς κανένας δεν τα εμπόδισε, έφαγαν ό,τι βρήκαν μέσα. Ο άνθρωπος τότε σκέφτηκε: «Τυχερά είναι που είμαι πεθαμένος. Αλλιώς, θα τα άρχιζα στις κλοτσιές και θα τους έδειχνα».
Το κοπάδι συνέχισε να οσμίζεται τον αέρα και ανακάλυψε ένα μουλάρι δεμένο σ' ένα δέντρο. Εύκολη λεία για τα κοφτερά δόντια των άγριων σκυλιών. Το μουλάρι γκάριζε και κλοτσούσε και ο άνθρωπος σκεφτόταν πόσο θα ήθελε να το υπερασπιστεί αν δεν ήταν πεθαμένος.
Σε λίγα λεπτά τα σκυλιά είχαν ξεπαστρέψει το μουλάρι και μόνο λίγα είχαν μείνει να ροκανίζουν τα κόκαλα.
Το άγριο κοπάδι, αχόρταγο, συνέχισε να τριγυρίζει εκεί γύρω.
Δεν πέρασε πολλή ώρα ώσπου ένα σκυλί αντιλήφθηκε τη μυρωδιά του ανθρώπου. Κοίταξε και βρήκε τον ξυλοκόπο πλαγιασμένο ακίνητο στο έδαφος. Πλησίασε αργά, πολύ αργά, γιατί για το σκυλί οι άνθρωποι ήταν επικίνδυνα και ύπουλα πλάσματα.
Σε λίγα λεπτά, όλα τα σκυλιά είχαν κυκλώσει τον άνθρωπο με τα σάλια τους να τρέχουν.
«Τώρα θα με φάνε» σκέφτηκε ο άντρας. «Αν δεν ήμουν πεθαμένος, θα έβλεπαν.»
Τα σκυλιά πλησίασαν...
...και βλέποντας τον ακίνητο, τον έφαγαν.

Απόσπασμα από το βιβλίο του Jorge Bucay με τίτλο «Να σου πω μια ιστορία»

Διαβάστε περισσότερα:

01 - Ο αλυσοδεμένος ελέφαντας – Μια διδακτική ιστορία
02 - Κοινός Παράγοντας - Jorge Bucay
04 - Tο Τούβλο Μπούμερανγκ - Jorge Bucay 
05 - H Αληθινή Αξια του Δαχτυλιδιού - Jorge Bucay 

ΣΟΥ ΑΡΕΣΕ;

KANE LIKE ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΣΤΟ street2310.blogspot.com

Διαβάστε περισσότερα>>

07 - Τα Βατραχάκια στο Αφρόγαλο - Μια διδακτική ιστορία

Ήταν η περίοδος που είχα διαγωνίσματα. Θα κατέβαινα σε δύο γραπτές εξετάσεις και σε μία προφορική. Η ημερομηνία για το επόμενο διαγώνισμα ήταν σε μία εβδομάδα κι είχα πολύ διάβασμα.

«Δεν θα τα καταφέρω» είπα στο Χόρχε. «Είναι μάταιο να καταναλώνω ενέργεια για μια χαμένη υπόθεση. Νομίζω πως είναι καλύτερα να πάω να δώσω με όσα ξέρω. Έτσι, τουλάχιστον, αν με κόψουν δεν θα έχω σπαταλήσει όλη τη βδομάδα μου άδικα.»

«Ξέρεις το παραμύθι με τα δύο βατραχάκια στην κρέμα;» ρώτησε ο Χοντρός.

Μια φορά, δύο βατραχάκια έπεσαν σ' ένα βάζο με αφρογαλο.
Αμέσως κατάλαβαν ότι βούλιαζαν. Ήταν αδύνατον να κολυμπήσουν ή να επιπλεύσουν για πολύ μέσα σ' εκείνη την πηχτή μάζα που έμοιαζε με κινούμενη άμμο. Στην αρχή, τα βατραχάκια χτυπούσαν με μανία τα πόδια τους για να φτάσουν στην άκρη του δοχείου. Όμως, ήταν ανώφελο. Απλώς πλατσούριζαν στο ίδιο σημείο και βυθίζονταν περισσότερο. Ένιωθαν ότι γινόταν όλο και δυσκολότερο ν' ανέβουν στην επιφάνεια και ν' αναπνεύσουν.
Το ένα φώναξε: «Δεν μπορώ άλλο. Είναι αδύνατον να βγεις από εδώ. Σ' αυτό το υλικό δεν μπορείς να κολυμπήσεις. Αφού θα πεθάνω, δεν βλέπω γιατί πρέπει να παρατείνω το βάσανο μου. Τι νόημα έχει να πεθάνεις εξαντλημένος από μια στείρα προσπάθεια;»
Μόλις το είπε αυτό, έπαψε να χτυπάει τα πόδια του και βυθίστηκε αμέσως. Το κατάπιε κυριολεκτικά το πηχτό άσπρο υγρό.
Το άλλο βατραχάκι, πιο επίμονο και ίσως πιο πεισματάρικο, σκέφτηκε: «Δεν γίνεται! Δεν υπάρχει τρόπος να κουνηθείς μέσα σ' αυτό το πράγμα. Ωστόσο, παρόλο που ο θάνατος πλησιάζει, προτιμώ να παλέψω ώς την τελευταία μου πνοή. Δεν θέλω να πεθάνω ούτε δευτερόλεπτο πριν την ώρα μου».
Συνέχισε να προσπαθεί και να πλατσουρίζει στο ίδιο σημείο, δίχως να προχωρεί ούτε εκατοστό, ώρες και ώρες.
Και ξαφνικά, τόσο που χτυπούσε τα πόδια του, το αφρογαλο έπηξε κι έγινε βούτυρο.
Έκπληκτο, το βατραχάκι πήδηξε και πατινάροντας έφτασε στην άκρη του δοχείου. Και γύρισε στο σπίτι του κοάζοντας χαρούμενο.

Απόσπασμα από το βιβλίο του Jorge Bucay με τίτλο «Να σου πω μια ιστορία»

Διαβάστε περισσότερα:

01 - Ο αλυσοδεμένος ελέφαντας – Μια διδακτική ιστορία
02 - Κοινός Παράγοντας - Jorge Bucay
04 - Tο Τούβλο Μπούμερανγκ - Jorge Bucay 
05 - H Αληθινή Αξια του Δαχτυλιδιού - Jorge Bucay 

ΣΟΥ ΑΡΕΣΕ;

KANE LIKE ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΣΤΟ street2310.blogspot.com

Διαβάστε περισσότερα>>

Δευτέρα 7 Νοεμβρίου 2011

05 - H Αληθινή Αξια του Δαχτυλιδιού - Jorge Bucay

ΜΙΛΟΥΣΑΜΕ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΓΚΗ να κερδίσεις την αναγνώριση και την εκτίμηση των άλλων. ο Χόρχε μου είχε εξηγήσει τη θεωρία του Μάσλοου για τις αυξανόμενες ανάγκες.
Όλοι χρειαζόμαστε το σεβασμό και την εκτίμηση των άλλων ώστε να οικοδομήσουμε την αυτοπεποίθηση μας. Εκείνη την εποχή, εγώ παραπονιόμουν ότι δεν είχα την ειλικρινή αποδοχή των γονιών μου, δεν με επέλεγαν για σύντροφο οι φίλοι μου, δεν απολάμβανα την αναγνώριση στη δουλειά μου.

«Υπάρχει μια παλιά ιστορία» είπε ο Χοντρός ενώ μου έδινε το μάτε να το ετοιμάσω εγώ, «για ένα παιδί που πήγε να ζητήσει τη βοήθεια ενός σοφού. Το πρόβλημα σου μου θυμίζει το δικό του.»

«Ήρθα, δάσκαλε, γιατί νιώθω τόσο ασήμαντος που δεν έχω όρεξη να κάνω τίποτα. Μου λένε ότι δεν αξίζω τίποτα, ότι δεν κάνω τίποτα σωστά, ότι είμαι αδέξιος και χαζός. Πώς μπορώ να βελτιωθώ; Τι μπορώ να κάνω για να με εκτιμήσουν περισσότερο;» Ο δάσκαλος, χωρίς να τον κοιτάξει, του είπε: «Πόσο λυπάμαι, αγόρι μου. Δεν μπορώ να σε βοηθήσω γιατί πρώτα πρέπει να λύσω ένα δικό μου πρόβλημα. Μετά, ίσως...» και ύστερα από μια παύση συνέχισε: «Αν θέλεις να με βοηθήσεις εσύ, μπορεί να λύσω γρήγορα το πρόβλημα μου και μετά να μπορέσω να σε βοηθήσω.»
«Ε... μετά χαράς, δάσκαλε» είπε διστακτικά ο νεαρός, νιώθοντας ότι τον υποτιμούσαν γι' άλλη μια φορά και μετέθεταν τις ανάγκες του.
«Ωραία» συνέχισε ο δάσκαλος. Έβγαλε ένα δαχτυλίδι που φορούσε στο αριστερό του χέρι και το έδωσε στο αγόρι, λέγοντας: «Πάρε το άλογο που είναι εκεί έξω και τρέξε στην αγορά. Πρέπει να πουλήσω αυτό το δαχτυλίδι για να πληρώσω ένα χρέος. Είναι ανάγκη να πάρεις όσο περισσότερα χρήματα μπορείς γι' αυτό. Και με κανέναν τρόπο μη δεχτείς λιγότερα από ένα χρυσό φλουρί. Πήγαινε και έλα με το χρυσό φλουρί όσο πιο γρήγορα μπορείς.»
Ο νεαρός πήρε το δαχτυλίδι κι έφυγε. Μόλις έφτασε στην αγορά άρχισε να προσφέρει το δαχτυλίδι στους εμπόρους που το κοίταζαν με κάποιο ενδιαφέρον, ώσπου ο νεαρός έλεγε τι ζητούσε γι' αυτό.
Όταν το παιδί έλεγε "ένα χρυσό φλουρί" άλλοι γελούσαν, άλλοι του γυρνούσαν τις πλάτες και μόνο ένας γέροντας φάνηκε αρκετά ευγενικός για να μπει στον κόπο να του εξηγήσει ότι ένα χρυσό φλουρί ήταν πάρα πολύ για ένα δαχτυλίδι. Θέλοντας να βοηθήσει, ένας του πρόσφερε ένα ασημένιο νόμισμα κι ένα μπα-κιρένιο τάσι, όμως, ο νεαρός είχε οδηγίες να μη δεχτεί λιγότερα από ένα χρυσό φλουρί κι έτσι απέρριψε την προσφορά.
Αφού προσπάθησε να πουλήσει το κόσμημα σε όποιον συνάντησε στο δρόμο του στην αγορά —και σίγουρα θα ήταν πάνω από εκατό άτομα—, παραδέχτηκε την αποτυχία του, καβάλησε το άλογο και γύρισε πίσω.
Πόσο θα ήθελε ο νεαρός να είχε ένα χρυσό φλουρί για να το δώσει στο δάσκαλο και να τον γλιτώσει από το πρόβλημα του. Έτσι, θα έπαιρνε κι αυτός τη συμβουλή και τη βοήθεια του δασκάλου.
Μπήκε μέσα στην κάμαρη.
«Δάσκαλε» είπε, «λυπάμαι. Είναι αδύνατο να τα καταφέρω. Ίσως να μπορούσα να πάρω δύο ή τρία ασημένια, όμως, νομίζω ότι δεν μπορώ να γελάσω κανέναν για την πραγματική αξία του δαχτυλιδιού.»
«Αυτό που είπες είναι πολύ σημαντικό, νεαρέ μου φίλε» απάντησε χαμογελαστός ο δάσκαλος. «Πρέπει πρώτα να μάθουμε την αληθινή αξία του δαχτυλιδιού. Καβάλησε πάλι το άλογο και πήγαινε στον κοσμηματοπώλη. Ποιος άλλος θα ξέρει καλύτερα; Πες του ότι θέλεις να το πουλήσεις και ρώτησε τον πόσα μπορεί να πιάσει. Όμως, μην του το πουλήσεις όσα κι αν σου προσφέρει. Γύρισε πίσω με το δαχτυλίδι.»
Ο νεαρός καβάλησε κι έφυγε πάλι.
O κοσμηματοπώλης εξέτασε το δαχτυλίδι στο φως του κεριού, το κοίταξε με το φακό, το ζύγισε και μετά είπε στο παιδί:
«Πες στο δάσκαλο, αγόρι μου, ότι αν θέλει να το πουλήσει αμέσως, δεν μπορώ να του δώσω παραπάνω από πενήντα οχτώ χρυσά φλουριά για το δαχτυλίδι του.»
«Πενήντα οχτώ χρυσά;» φώναξε το παιδί.
«Ναι» απάντησε ο κοσμηματοπώλης. «Βέβαια, με λίγη υπομονή θα μπορούσαμε να βγάλουμε γύρω στα εβδομήντα χρυσά φλουριά, όμως, αν είναι επείγον...»
Ο νεαρός έτρεξε συγκινημένος στο σπίτι του δασκάλου να του πει τα καθέκαστα.
«Κάθισε» του είπε ο δάσκαλος αφού τον άκουσε. «Είσαι κι εσύ σαν αυτό το δαχτυλίδι. Ένα πολύτιμο και μοναδικό κόσμημα. Και σαν τέτοιο, πρέπει να σ' εκτιμήσει ένας αληθινά ειδικός. Γιατί στη ζωή σου γυρίζεις εδώ κι εκεί ζητώντας να εκτιμήσει ο καθένας την πραγματική σου αξία;»
Και μ' αυτά τα λόγια, έβαλε πάλι το δαχτυλίδι στο μικρό δάχτυλο του αριστερού του χεριού.

Απόσπασμα από το βιβλίο του Jorge Bucay με τίτλο «Να σου πω μια ιστορία»

Διαβάστε περισσότερα:

01 - Ο αλυσοδεμένος ελέφαντας – Μια διδακτική ιστορία
02 - Κοινός Παράγοντας - Jorge Bucay
04 - Tο Τούβλο Μπούμερανγκ - Jorge Bucay 
05 - H Αληθινή Αξια του Δαχτυλιδιού - Jorge Bucay 


ΣΟΥ ΑΡΕΣΕ;

KANE LIKE ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΣΤΟ street2310.blogspot.com

Διαβάστε περισσότερα>>

03 - Το βυζί ή το γάλα - Jorge Bucay

Ο ΧΟΡΧΕ ΔΕΝ ΜΟΥ ΕΛΕΓΕ ΙΣΤΟΡΙΕΣ σ' όλες τις επισκέψεις, όμως, για κάποιο λόγο, θυμάμαι σαν τώρα όλες όσες μου αφηγήθηκε τον ενάμιση χρόνο που έκανα θεραπεία μαζί του. Ίσως είχε δίκιο όταν έλεγε ότι αυτός ήταν ο καλύτερος τρόπος να συγκρατήσεις στη μνήμη σου γνώσεις.
Θυμάμαι τη μέρα που του είπα ότι ένιωθα πολύ εξαρτημένος, πόσο με ενοχλούσε αυτό και πώς, ταυτοχρόνως, δεν μπορούσα να στερηθώ όσα έπαιρνα από εκείνον σε κάθε μου επίσκεψη. Είχα την αίσθηση ότι ο θαυμασμός και η αγάπη που ένιωθα για τον Χόρχε μ' έκαναν να εξαρτώμαι υπερβολικά από το βλέμμα του και μ' έδεναν πολύ στη θεραπεία του.






Πεινάς για να μάθεις,
πεινάς για να μεγαλώσεις,
πεινάς για να γνωρίσεις,
πεινάς για να πετάξεις...
Μπορεί σήμερα
εγώ να είμαι το βυζί
που σου δίνει γάλα,
που καταλαγιάζει την πείνα σου...
Είναι καταπληκτικό
που σήμερα αναζητάς αυτό το βυζί.
Μην ξεχνάς, όμως:
δεν είναι το βυζί
που σε τρέφει.
Είναι το γάλα!

Απόσπασμα από το βιβλίο του Jorge Bucay με τίτλο «Να σου πω μια ιστορία»

Διαβάστε περισσότερα:

01 - Ο αλυσοδεμένος ελέφαντας – Μια διδακτική ιστορία
02 - Κοινός Παράγοντας - Jorge Bucay
04 - Tο Τούβλο Μπούμερανγκ - Jorge Bucay 
05 - H Αληθινή Αξια του Δαχτυλιδιού - Jorge Bucay 


ΣΟΥ ΑΡΕΣΕ;

KANE LIKE ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΣΤΟ street2310.blogspot.com

Διαβάστε περισσότερα>>

02 - Κοινός Παράγοντας - Jorge Bucay

ΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ ΠΟΥ ΠΗΓΑ στο ιατρείο του Χόρχε, ήξερα ότι δεν θα έβλεπα έναν συμβατικό ψυχοθεραπευτή. Η Κλαούντια που μου τον σύστησε, μου τόνισε ότι «ο Χοντρός», όπως τον έλεγε, ήταν τύπος «λίγο περίεργος» (sic).
Εγώ είχα μπουχτίσει πια με τις συμβατικές θεραπείες και, προπαντός, βαριόμουν αφάνταστα να κάθομαι επί μήνες στο ντιβάνι του ψυχαναλυτή. Γι' αυτό τηλεφώνησα κι έκλεισα ραντεβού.
Η πρώτη μου εντύπωση ξεπέρασε κάθε προσδοκία. Ήταν ένα ζεστό απόγευμα του Νοέμβρη. Είχα φτάσει πέντε λεπτά νωρίτερα και περίμενα στην είσοδο της πολυκατοικίας να πάει ακριβώς η ώρα του ραντεβού.
Στις τέσσερις και μισή ακριβώς, χτύπησα το κουδούνι. Ακούστηκε ο ήχος του ηλεκτρικού μηχανισμού της πόρτας, την έσπρωξα και ανέβηκα στον ένατο όροφο.
Περίμενα στο διάδρομο.
Περίμενα.
Και περίμενα!
Κι όταν βαρέθηκα να περιμένω χτύπησα το κουδούνι του διαμερίσματος.
Μου άνοιξε την πόρτα ένας τύπος που με την πρώτη ματιά έμοιαζε να έχει ντυθεί για πικ-νικ. Φορούσε τζιν παντελόνι, αθλητικά παπούτσια κι ένα χτυπητό πορτοκαλί μπλουζάκι.
«Γεια» μου είπε. Το χαμόγελο του, οφείλω να ομολογήσω, με καθησύχασε.
«Γεια» του απάντησα. «Είμαι ο Ντεμιάν.»
«Ναι, βέβαια. Μα τι έπαθες; Γιατί άργησες τόσο ν' ανέβεις επάνω; Χάθηκες;»
«Όχι, δεν άργησα, αλλά δεν ήθελα να χτυπήσω το κουδούνι για να μην ενοχλήσω — μπορεί να είχατε ασθενή...»
«Για να μην "ενοχλήσω";» επανέλαβε κουνώντας σκεφτικός το κεφάλι... Και σαν να μιλούσε στον εαυτό του συνέχισε: «Μάλλον έτσι είσαι στη ζωή σου εσύ...»
Έμεινα άφωνος.
Ήταν η δεύτερη φράση που μου έλεγε, και σίγουρα ήταν κάτι σωστό, όμως...

Τι μπάσταρδος!

Ο χώρος όπου ο Χόρχε έβλεπε τους ασθενείς του και εγώ δεν τολμούσα να τον αποκαλέσω «ιατρείο», ήταν ακριβώς σαν τον ίδιο: ανεπίσημος, ανοικοκύρευτος, απεριποίητος, ζεστός, πολύχρωμος, αιφνιδιαστικός και, γιατί να το αρνηθούμε, λιγάκι βρόμικος. Καθίσαμε σε δύο πολυθρόνες, ο ένας απέναντι από τον άλλον, κι ενώ εγώ του έλεγα ορισμένα πράγματα, ο Χόρχε έπινε μάτε. Ναι. Έπινε μάτε την ώρα της ακρόασης! Μου πρόσφερε κι εμένα.

«Εντάξει» του είπα.
«Εντάξει, τι;»
«Εντάξει για το μάτε...»
«Δεν καταλαβαίνω.»
«Δέχομαι το μάτε που μου προσφέρεις.»
Ο Χόρχε μου έκανε μια δουλοπρεπή και ειρωνική υπόκλιση και μου είπε:
«Ευχαριστώ, μεγαλειότατε, που δέχεστε το μάτε... Γιατί δεν μου λες απλώς αν θέλεις μάτε ή όχι, αντί να μου κάνεις χάρες;»

Ο τύπος είχε σκοπό να με τρελάνει.

«Θέλω!» του είπα.

Τότε, ο Χοντρός μου έβαλε μάτε.
Αποφάσισα να μείνω λίγο ακόμα.
Του είπα, μαζί με χιλιάδες άλλα πράγματα, ότι κάτι δεν πήγαινε καλά μ' εμένα γιατί είχα δυσκολίες στις σχέσεις μου με τον κόσμο.
Ο Χόρχε με ρώτησε γιατί πίστευα ότι το πρόβλημα ήταν δικό μου.
Του αποκρίθηκα ότι είχα δυσκολίες στο σπίτι με τον πατέρα μου, με τη μητέρα μου, με τον αδερφό μου, με την κοπέλα μου... Και συνεπώς, το πρόβλημα μάλλον ήμουν εγώ. Τότε, για πρώτη φορά, ο Χόρχε μου διηγήθηκε «κάτι».
Ύστερα, με τον καιρό, θα μάθαινα ότι του άρεσαν πολύ οι μύθοι, οι παραβολές, τα παραμύθια, οι έξυπνες φράσεις και οι επιτυχημένες μεταφορές. Όπως έλεγε, ο μόνος τρόπος να κατανοήσεις ένα συμβάν χωρίς να το ζήσεις άμεσα, είναι μέσω μιας εσωτερικής συμβολικής αναπαράστασης του γεγονότος.
«Ένας μύθος, ένα παραμύθι ή ένα ανέκδοτο» πίστευε ο Χόρχε, «μπορεί να αποτυπωθεί στη μνήμη εκατό φορές πιο ανεξίτηλα από χίλιες θεωρητικές εξηγήσεις, ψυχαναλυτικές ερμηνείες ή επιχειρήματα.»

Εκείνη την ημέρα ο Χόρχε μού είπε ότι μπορεί να υπήρχε κάποια δυσαρμονία σ' εμένα, αλλά —πρόσθεσε— ότι το συμπέρασμα μου ήταν επικίνδυνο. Η μομφή προς τον εαυτό μου δεν επαληθευόταν από τα γεγονότα. Τότε μου αφηγήθηκε μια από τις ιστορίες που συνήθιζε να διηγείται σε πρώτο πρόσωπο και που ποτέ δεν ήξερες αν ήταν πραγματικά περιστα τικά της ζωής του ή προϊόντα της φαντασίας του:
Ο παππούς μου τα έτσουζε αρκετά.
Αυτό που του άρεσε περισσότερο να πίνει ήταν το τούρ κικο ρακί.
Έπινε ρακί και πρόσθετε νερό για να το αραιώσει.
Όμως, μεθούσε το ίδιο.
Τότε, έπινε ουίσκι και πάλι μεθούσε.
Έπινε κρασί νερωμένο και μεθούσε.
Ώσπου, μια μέρα, αποφάσισε να θεραπευτεί...
κι έκοψε... το νερό!

Απόσπασμα από το βιβλίο του Jorge Bucay με τίτλο «Να σου πω μια ιστορία»

Διαβάστε περισσότερα:

01 - Ο αλυσοδεμένος ελέφαντας – Μια διδακτική ιστορία
02 - Κοινός Παράγοντας - Jorge Bucay
04 - Tο Τούβλο Μπούμερανγκ - Jorge Bucay 
05 - H Αληθινή Αξια του Δαχτυλιδιού - Jorge Bucay 


ΣΟΥ ΑΡΕΣΕ;

KANE LIKE ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΣΤΟ street2310.blogspot.com

Διαβάστε περισσότερα>>

04 - Tο Τούβλο Μπούμερανγκ - Jorge Bucay

ΕΚΕΙΝΗ ΤΗ ΜΕΡΑ ΗΜΟΥΝ πολύ θυμωμένος. Ήμουν κακόκεφος και όλα μου έφταιγαν. Η συμπεριφορά μου στο ιατρείο ήταν γκρινιάρικη και αντιπαραγωγική. Μισούσα όλα όσα έκανα και όλα όσα είχα. Όμως, πριν απ' όλα, τα έβαζα με τον εαυτό μου. Όπως στο διήγημα του Παπίνι που μου διάβασε ο Χόρχε, εκείνη τη μέρα ένιωθα ότι δεν μπορούσα ν' αντέξω «αυτό που ήμουν».

«Είμαι βλάκας» του είπα (ή το είπα στον εαυτό μου). «Ένας τεράστιος ηλίθιος... Νομίζω ότι με μισώ.»
«ο μισός πληθυσμός αυτού εδώ του γραφείου σε μισεί. Ο άλλος μισός θα σου πει ένα παραμύθι.

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας τύπος που τριγυρνούσε μ' ένα τούβλο στο χέρι. Είχε αποφασίσει ότι κάθε φορά που θα τον ενοχλούσε κάποιος σε σημείο που να τον εξοργίζει, θα τον κοπανούσε με το τούβλο. Η μέθοδος ήταν λίγο παλαιολιθική, φαινόταν όμως αποτελεσματική — έτσι δεν είναι;
Μια φορά συναντήθηκε μ' ένα φίλο πολύ υπεροπτικό, που του μίλησε με κακό τρόπο. Πιστός στην απόφαση του, ο τύπος του πέταξε το τούβλο.
Δεν θυμάμαι αν τον πέτυχε ή όχι. Το θέμα, όμως, είναι ότι μετά έπρεπε να πάει να πάρει το τούβλο του και δεν το έβρισκε πουθενά. Στεναχωρήθηκε. Αποφάσισε τότε να βελτιώσει το «Σύστημα Αυτοπροστασίας με Τούβλο», όπως το είχε ονομάσει ο ίδιος. Έδεσε το τούβλο σ' ένα σπάγκο που είχε μήκος ένα μέτροκαι βγήκε έξω. Έτσι, το τούβλο δεν θα απομακρυνόταν πολύ. Διαπίστωσε, όμως, ότι και η νέα του μέθοδος είχε προβλήματα. Από τη μια, το άτομο που γινόταν δέκτης της επιθετικότητας του έπρεπε να βρίσκεται σε απόσταση βολής μικρότερη του ενός μέτρου, και από την άλλη, μόλις πετούσε το τούβλο έπρεπε να κάνει τον κόπο να τραβήξει αμέσως το σχοινί. Εξάλλου, ο σπάγκος έμπλεκε και κουβαριαζόταν και η κατάσταση δυσκόλευε.
Τότε, ο άνθρωπος εκείνος επινόησε το «Σύστημα Τούβλο III». Πρωταγωνιστούσε και πάλι το ίδιο τούβλο, όμως, στο νέο σύστημα ο σπάγκος διέθετε ελατήριο. Τώρα μπορούσε να εκτοξεύει το τούβλο πολλές φορές και να γυρνάει πίσω μόνο του, σκέφτηκε ο τύπος.
Όταν βγήκε στο δρόμο και δέχτηκε την πρώτη επίθεση, πέταξε το τούβλο. Δεν πέτυχε το στόχο του γιατί το τούβλο, με τη δύναμη του ελατηρίου, γύρισε πίσω και κοπάνησε τον ίδιο κατα-κέφαλα.
Ξαναπροσπάθησε, αλλά έφαγε άλλη μια με το τούβλο στο κεφάλι γιατί δεν είχε υπολογίσει καλά την απόσταση.
Την τρίτη φορά την έφαγε γιατί δεν το εκτόξευσε την κατάλληλη στιγμή.
Η τέταρτη φορά ήταν λίγο ιδιόμορφη γιατί, παρότι είχε αποφασίσει να κοπανήσει με το τούβλο το υποψήφιο θύμα του, ήθελε ταυτόχρονα και να το προστατεύσει από το χτύπημα, κι έτσι το τούβλο κατέληξε πάλι στο δικό του κεφάλι.
Του έκανε ένα τεράστιο καρούμπαλο.
Κανείς ποτέ δεν κατάλαβε γιατί δεν ξαναεπιχείρησε να χτυπήσει άλλον με το τούβλο, κι αν έφταιγαν τα χτυπήματα ή είχε συμβεί κάποια μεταστροφή στην ψυχολογία του.
Όλα τα χτυπήματα είχαν στραφεί εναντίον του.

«Ο μηχανισμός αυτός λέγεται ανάδραση: Σημαίνει ότι προστατεύουμε τους άλλους από τη δική μας επιθετικότητα. Κάθε φορά που το κάνουμε αυτό, η επιθετική και βίαιη ενέργεια μας συγκρατείται προτού φτάσει στον άλλον από ένα φράγμα που τοποθετούμε εμείς οι ίδιοι. Το φράγμα αυτό δεν απορροφά την κρούση, απλώς την ανακλά. Κι όλος ο θυμός, όλη η κακοκεφιά, όλη αυτή η επιθετικότητα στρέφεται εναντίον του εαυτού μας, άλλοτε μέσω πραγματικών πράξεων αυτοτιμωρίας (αυτοτραυματισμοί, υπερβολές στο φαγητό, ναρκωτικά, ανώφελη έκθεση σε κινδύνους) κι άλλοτε μέσω κρυμμένων συγκινήσεων ή συναισθημάτων (κατάθλιψη, ενοχές, ψυχοσωματικά προβλήματα).
Είναι πολύ πιθανό ένας «πεφωτισμένος» ουτοπικός άνθρωπος, ευφυής και ακέραιος, να μην οργιζόταν ποτέ. Θα ήταν πολύ χρήσιμο να μη θυμώναμε ποτέ. Ωστόσο, κάθε φορά που νιώθουμε οργή, λύσσα, τσαντίλα, ο μόνος τρόπος να γλιτώσουμε είναι να τη βγάλουμε από πάνω μας μετατρέποντας τη σε δράση. Σε αντίθετη περίπτωση, το μόνο που θα καταφέρουμε, αργά ή γρήγορα, θα είναι να εξοργιστούμε με τον εαυτό μας.

Απόσπασμα από το βιβλίο του Jorge Bucay με τίτλο «Να σου πω μια ιστορία»

Διαβάστε περισσότερα:

01 - Ο αλυσοδεμένος ελέφαντας – Μια διδακτική ιστορία
02 - Κοινός Παράγοντας - Jorge Bucay
04 - Tο Τούβλο Μπούμερανγκ - Jorge Bucay 
05 - H Αληθινή Αξια του Δαχτυλιδιού - Jorge Bucay 

ΣΟΥ ΑΡΕΣΕ;

KANE LIKE ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΣΤΟ street2310.blogspot.com

Διαβάστε περισσότερα>>

06 - Ο Κυκλοθυμικός Βασιλιάς - Jorge Bucay

ΟΤΑΝ ΑΡΧΙΣΑ ΝΑ ΜΙΛΑΩ αντιλήφθηκα πόσο δυναμικός ήμουν. Ένιωθα ευφορία. Ενώ μιλούσα στον Χόρχε, αναλογιζόμουν πόσα πράγματα είχα κάνει την περασμένη εβδομάδα.
Όπως άλλοτε, ένιωθα σαν Σούπερμαν, θριαμβευτής, ερωτευμένος με τη ζωή. Περιέγραφα στο Χοντρό τα σχέδια μου για τις επόμενες μέρες και γέμιζα δύναμη κι ενέργεια.
Ο Χοντρός χαμογέλασε χαρούμενος με συνένοχο ύφος.
Όπως πάντα, είχα την αίσθηση ότι ο άνθρωπος αυτός ακολουθούσε την ψυχική μου κατάσταση — όποια κι αν ήταν κάθε φορά. Να μοιράζομαι τη χαρά μου μαζί του, ήταν ένας παραπάνω λόγος για να νιώθω ευτυχισμένος. Όλα πήγαιναν καλά και συνέχιζα να κάνω σχέδια. Δεν θα μου έφταναν ούτε δυο ζωές για να κάνω όσα είχα σκοπό να κάνω.
«Να σου πω μια ιστορία;» μου είπε.
Παραδέχομαι ότι μου κόστισε, αλλά το βούλωσα.

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας βασιλιάς που βασίλευε σε μια πολύ μακρινή χώρα. Ήταν καλός βασιλιάς αλλά είχε ένα πρόβλημα: ήταν βασιλιάς με διπλή προσωπικότητα.
Υπήρχαν μέρες που σηκωνόταν από το κρεβάτι διαχυτικός, κεφάτος, ευτυχισμένος.
Από το πρωί, οι μέρες εκείνες φαίνονταν υπέροχες. Οι κήποι του παλατιού έμοιαζαν ομορφότεροι. Οι υπηρέτες του —ένα παράξενο φαινόμενο!— γίνονταν ευγενικοί και αποτελεσματικοί.
Ενώ προγευμάτιζε, διαπίστωνε ότι στο βασίλειο του φτιαχνόταν τα καλύτερα άλευρα κι έβγαιναν τα νοστιμότερα φρούτα.
Τις μέρες εκείνες ο βασιλιάς μείωνε φόρους, μοίραζε πλούτη, έκανε χάρες κι έφτιαχνε νόμους για την ειρήνη και την ευημερία των γερόντων. Κάτι τέτοιες μέρες, ο βασιλιάς έκανε αποδεκτά όλα τα αιτήματα των υποτακτικών και των φίλων του.
Ωστόσο, υπήρχαν και οι άλλες μέρες.
Ήταν οι μαύρες μέρες. Από το πρωί αντιλαμβανόταν ότι θα προτιμούσε να είχε κοιμηθεί λίγο παραπάνω. Όμως, όταν το καταλάβαινε ήταν πια πολύ αργά και ο ύπνος είχε ήδη φύγει.
Όσες προσπάθειες κι αν έκανε δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί οι υπηρέτες του ήταν τόσο κακόκεφοι και δεν έκαναν σωστά τη δουλειά τους. Ο ήλιος τον ενοχλούσε περισσότερο κι από τη βροχή. Το φαγητό δεν ήταν αρκετά ζεστό κι ο καφές κρύος. Με την ιδέα και μόνο ότι θα δεχόταν επισκέψεις στο γραφείο, ο πονοκέφαλος του δυνάμωνε.
Κάτι τέτοιες μέρες, ο βασιλιάς σκεφτόταν τις υποχρεώσεις του που εκκρεμούσαν, και τρόμαζε στη σκέψη και μόνο όσων είχε να τακτοποιήσει. Ήταν οι μέρες που ο βασιλιάς αύξανε τους φόρους, έκανε κατασχέσεις, πίεζε τους αντιπάλους του...
Φοβόταν το παρόν και το μέλλον και τον καταδίωκαν τα λάθη του παρελθόντος. Τις μέρες εκείνες, έφτιαχνε νόμους σε βάρος του λαού του και η λέξη που χρησιμοποιούσε πιο πολύ ήταν το «όχι».
Επειδή ήξερε τα προβλήματα που του δημιουργούσαν αυτές οι αλλαγές στη διάθεση, ο βασιλιάς κάλεσε όλους τους σοφούς, τους μάγους και τους συμβούλους του βασιλείου, σε σύσκεψη.
«Κύριοι» τους είπε. «Όλοι σας γνωρίζετε τις αλλαγές στη διάθεση μου. Όλοι ευνοηθήκατε κάποτε από τα κέφια μου και υποφέρατε από τους θυμούς μου. Όμως, αυτός που υποφέρει περισσότερο είμαι εγώ ο ίδιος, διότι τη μια μέρα ξεκάνω αυτά που έκανα την άλλη, όταν έβλεπα πολύ διαφορετικά τα πράγματα.
Θέλω, κύριοι, να εργαστείτε όλοι μαζί ώστε να βρείτε μια θεραπεία, ένα φάρμακο ή ένα ξόρκι που να με κάνει να μην είμαι
τόσο αισιόδοξος ώστε να παραβλέπω τους κινδύνους, ούτε τόσο γελοία απαισιόδοξος ώστε να καταπιέζω και να πληγώνω όσους αγαπώ.»
Οι σοφοί δέχτηκαν την πρόκληση, και για κάμποσες εβδομάδες εργάστηκαν πάνω στο πρόβλημα του βασιλιά. Παρ' όλα αυτά, καμία αλχημεία, κανένα μαγικό και κανένα βοτάνι δεν κατάφερε να δώσει λύση στο θέμα.
Τότε, οι σύμβουλοι παρουσιάστηκαν στο βασιλιά και ομολόγησαν την αποτυχία τους.
Ο βασιλιάς έκλαψε.
Το επόμενο πρωί, ένας παράξενος επισκέπτης ζήτησε ακρόαση από το βασιλιά. Ήταν ένας μυστηριώδης άνθρωπος με σκούρο δέρμα που φορούσε ένα φθαρμένο μανδύα που κάποτε θα ήταν λευκός.
«Μεγαλειότατε» είπε κάνοντας μια υπόκλιση. «Στον τόπο απ' όπου έρχομαι μιλούν για τα προβλήματα σας και για τη στενοχώρια σας. Ήρθα να σας δώσω τη γιατρειά.»
Και, χαμηλώνοντας το κεφάλι, έδωσε στο βασιλιά ένα δερμάτινο κουτάκι.
Ο βασιλιάς, με έκπληξη και αδημονία, άνοιξε το κουτάκι κι έψαξε μέσα. Υπήρχε μόνο ένα ασημένιο δαχτυλίδι.
«Ευχαριστώ» είπε ο βασιλιάς ενθουσιασμένος. «Είναι ένα μαγικό δαχτυλίδι;»
«Ακριβώς, αυτό είναι» απάντησε ο ταξιδιώτης, «μόνο που η μαγεία του δεν ενεργεί απλώς και μόνο όταν το φοράς στο δάχτυλο...»
«Κάθε πρωί, όταν σηκώνεσαι, πρέπει να διαβάζεις την επιγραφή που έχει μέσα το δαχτυλίδι και να θυμάσαι τα λόγια αυτά κάθε φορά που θα βλέπεις το δαχτυλίδι στο δάχτυλο σου.»
Ο βασιλιάς σήκωσε το δαχτυλίδι και διάβασε δυνατά:

«Πρέπει να ξέρεις ότι και αυτό θα περάσει».

Απόσπασμα από το βιβλίο του Jorge Bucay με τίτλο «Να σου πω μια ιστορία»

Διαβάστε περισσότερα:

01 - Ο αλυσοδεμένος ελέφαντας – Μια διδακτική ιστορία
02 - Κοινός Παράγοντας - Jorge Bucay
04 - Tο Τούβλο Μπούμερανγκ - Jorge Bucay 
05 - H Αληθινή Αξια του Δαχτυλιδιού - Jorge Bucay 


KANE LIKE ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΣΤΟ street2310.blogspot.com

Διαβάστε περισσότερα>>